Ο Ακαδημαϊκός καθηγητής και Πρόεδρος του ελληνικού << Ινστιτούτου Παστέρ >> Γεώργιος Χρούσος αναφέρει:
Από την πλευρά της επιστήμης, γνωρίζουμε ότι η αδικία και ο φόβος εγγράφονται στο σώμα.
Το χρόνιο στρες διαβρώνει τον άνθρωπο, όχι μόνο ψυχικά αλλά και βιολογικά.
Αντιθέτως, η εμπιστοσύνη, η δικαιοσύνη, η αίσθηση ύπαρξης νοήματος στη ζωή μας είναι θεμέλιοι λίθοι της υγείας και της υγιούς μακροζωίας.
Έτσι τα ανθρώπινα δικαιώματα δεν είναι μόνο πολιτική αρχή είναι βιολογική αναγκαιότητα.
Το άρθρο 12 της Διεθνούς Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Παιδιού ορίζει τα εξής:
- Τα συμβαλλόμενα Κράτη εγγυώνται στο παιδί που έχει ικανότητα διάκρισης το δικαίωμα ελεύθερης έκφρασης της γνώμης του σχετικά με οποιοδήποτε θέμα το αφορά, λαμβάνοντας υπόψη τις απόψεις του παιδιού ανάλογα με την ηλικία του και με το βαθμό ωριμότητάς του.
- Για το σκοπό αυτόν θα πρέπει ιδίως να δίνεται στο παιδί η δυνατότητα να ακούγεται σε οποιαδήποτε διοικητική ή δικαστική διαδικασία που το αφορά, είτε άμεσα είτε μέσω ενός εκπροσώπου ή ενός αρμόδιου οργανισμού, κατά τρόπο συμβατό με τους διαδικαστικούς κανόνες της εθνικής νομοθεσίας.
Το άρθρο 12 με την κατοχύρωση του δικαιώματος του παιδιού να εκφράζει την άποψή του συνιστά σημαντική συμβολή στο θεσμικό πλαίσιο των δικαιωμάτων που αναγνωρίζει στο παιδί. Αποτελεί δε έμπρακτη έκφραση την εξέλιξη που συντελέστηκε.
Το ως άνω άρθρο θεμελιώνεται σε δύο βάσεις:
Αφενός η, γενικής διατύπωσης, υποχρέωση των κρατών να εγγυώνται ότι θα λαμβάνονται υπόψη οι απόψεις του παιδιού σε όλα τα ζητήματα που το αφορούν.
Αφετέρου εξειδικεύονται οι αρχές και οι διαδικασίες στις οποίες το παιδί θα ακούγεται.
Σε καμία περίπτωση βέβαια η ως άνω ρύθμιση δεν μετατρέπεται το παιδί σε ενήλικας, ούτε επιχειρείται να αντικατασταθεί ο ενήλικας στη λήψη αποφάσεων αλλά διασφαλίζεται ότι τα κράτη και οι φορείς θα υιοθετήσουν διαδικασίες και πρακτικές οι οποίες θα είναι προσβάσιμες στα παιδιά.
Επιπλέον η δυνατότητα του παιδιού να διατυπώνει την άποψή του δεν εξαντλείται στη λεκτική έκφραση αλλά εκτείνεται και σε άλλες μορφές έκφρασης, όπως η γλώσσα του σώματος, η ζωγραφική ή άλλες δραστηριότητες καθώς και η μέριμνα για την έκφραση της άποψης παιδιών που αντιμετωπίζουν δυσκολίες στην έκφραση.
Επίσης το παιδί εκφράζει την άποψή του ανάλογα με την αναπτυξιακή του προοπτική και εδώ εισέρχεται η πρόβλεψη για τα δύο κριτήρια, αφενός της ηλικίας και αφετέρου της ωριμότητας του παιδιού. Τα ως άνω κριτήρια, σωρευτικά, αποτελούν δεσμευτικό και σαφή παράγοντα, προκειμένου να ληφθεί υπόψη και να αξιολογηθεί η βαρύτητα της άποψης του παιδιού.
Κατ΄ αυτόν τον τρόπο η ρύθμιση της δεύτερης παραγράφου του άρθρου 12 λειτουργεί εξισορροπητικά ως προς μία άνευ πλαισίου << αυτονομία >> που πιθανώς κάποιοι θα ισχυρισθούν ότι παρέχει η διατύπωση της πρώτης παραγράφου και αποτελεί μία γέφυρα με την αρχή του << ύψιστου συμφέροντος του παιδιού >>, όπως αυτή αναλύεται στο άρθρο 3, παρ. 1, το οποίο τονίζει την προστασία.
Σύμφωνα με τα ως άνω λοιπόν παρατηρούμε ότι τα νομικά κείμενα εξελίσσονται και η παιδική ηλικία αξιολογείται όλο και περισσότερο με σκοπό τη διεύρυνση της προστασίας.